28 Αυγ 2012

Jazz, Jazz, θα ακούσω

Δεν ξέρετε τι είναι να μην έχεις να πεις τίποτα καινούριο
και να αργοσέρνεσαι στα παλιά.
Απόψε δεν θέλω να αντιγράψω κανέναν ποιητή, κανενός άλλου  κείμενο.
Ποιός πληκτρολογεί τώρα το "Έργο τέχνης", το μικρότερο από τα 26 διηγήματα του ''Περιπολών περί πολλών τυρβάζω''.
Κάθε διήγημα του Σκαμπαρδώνη με άφηνε άφωνο. Στο τέλος είπα: Ο μεγαλύτερος Έλληνας διηγηματογράφος.
Μα από παλιά θαύμαζα, την λοξή πένα του συγγραφέα ''της ψίχας της μεταλαβιάς'' και του  ''Oυζερί Τσιτσάνης''. Από τότε που έγραφε στην εφημερίδα Θεσσαλονίκη. Την αγόραζα μόνο και μόνο να τον διαβάζω, στα μικρά κειμενάκια του. Διαμαντάκια.
Μήπως έπρεπε να μιλήσω για όλους αυτούς, που βλέπουν κάθε μη Έλληνα για βάρβαρο; Για όλα φταίνε οι μετανάστες. Αν δεν ήταν οι μετανάστες, η Ελλάδα θα ήταν παράδεισος…
Μήπως θα έπρεπε να πλάσουμε ακόμα μερικές θεωρίες συνωμοσιολογίας, περί Εβραίων, Αμερικανών και Ευρωπαίων που μας κάθονται στο σβέρκο, επειδή είμαστε όμορφοι;
Μήπως για την απίστευτη θεωρία, που εδώ και χρόνια λακωνίζειν  τη λέμε, μαμ κακά και νάνι. Κι ότι αρπάξει ο κώλος μας.
Μα όλα αυτά βλάπτουν σοβαρά την υγεία.
Η φίλη μου η Πίστη με έβγαλε από τη δύσκολη θέση.
Jazz, Jazz, θα ακούσω.

Ταξιδευτής
28 Αυγούστου 2012


27 Αυγ 2012

Το παρδαλό κατσίκι

Θα μπορούσε να το έλεγαν  Σινεμά ο Παράδεισος. Το είπαν όμως Το παρδαλό κατσίκι.  Παλιό σπίτι, όχι τίποτα το ξεχωριστό. Αλλά η αυλή είχε τσιμέντο και τα λουλούδια ήταν μαντζουράνες και ντάλιες.  Πάνω στο φράχτη ανάποδα τρυπητήρια, σαν πυγολαμπίδες να φωτίζουν τη νύχτα και μερικοί τρίφτες, για φωτιστικά πάνω απ’ τα τραπέζια. Και η τέχνη της μαγειρικής.
Πιάτα σπιτικά, νόστιμα όπως το φαγητό της γιαγιάς. Κοτόπουλο κεμπάπ και κολοκυθοκεφτέδες. Την ώρα που έγερνε ο ήλιος όλα έμοιαζαν μαγικά. Δυό χορευτικές φιγούρες σέρβιραν πιάτα και χαμόγελα.
Μαγγανείες και Πέτρος Λούκας και τζαζοειδή κομμάτια,  άπλωναν τις νότες όπως τα κύματα του Ρακοπόταμου λίγο πριν. Η Ελλάδα είναι παντού όμορφη. Άχνα δεν θα βγάλω για την ασχήμια.
Απόψε Οβελίξ και Αστερίξ, έγραφε ο μαυροπίνακας. Όλα ήταν κινηματογράφος. Η κοτσίδα του Δημήτρη, που πηγαινοέρχονταν ξυπόλητος και το μακρύ πράσινο -σαν τα μάτια της -φουστάνι της Μαρίας.
Δεν ήταν μόνο ωραίοι, αλλά και γρήγοροι. Και νέοι. Τόσο νέοι, στη γερασμένη από καιρό χώρα μας.
Όλοι έβγαζαν φωτογραφίες. Το μεγάλο ρολόι, σαν από καμπαναριό, τα κρεμασμένα με τέχνη ψαθάκια στα παντζούρια, τα ξύλινα  παλιά παγκάκια, σαν αυτοσχέδια έμπνευση της στιγμής.
Δεν ήταν τίποτα σπουδαίο.
Ένα απλό ταβερνάκι είναι.
Αλλά να, στο απλό κάνεις κλικ. Σαν την τέχνη της ζωής.

Ταξιδευτής
27 Αυγούστου 2012

14 Αυγ 2012

Παναγιά μου



Όταν ανασηκώθηκε να λύσει το πάνω μαγιό την πρόσεξα. Είχα απορροφηθεί στο βιβλίο μου.
Τέντωσε το μακρύ της χέρι στην πλάτη και είδα τα δάχτυλά της, πιο μεγάλα και απ’ το χέρι της. Από τότε δεν ξεκόλλησα από πάνω της.
Όλες οι σκέψεις μου πήγαν περίπατο, πάνω στο καμπυλωτό γεφύρι του κορμιού της.
Γύρισε πάλι μπρούμυτα, ακουμπώντας στους αγκώνες. Παναγιά μου, μου ξέφυγε.
Τα στήθη της σφιχτά, χυτά, αλαβάστρινα, μελαψά, αγένοτα αχλάδια με δυό ρώγες μαύρα σταφύλια, σε κοινή θέα. Και αυτή θεά.
Φορούσε μαύρα γυαλιά ηλίου και διάβαζε ένα βιβλίο του Μααλούφ, η απορρύθμιση του κόσμου, είδα ανθρώπους που περπατούσαν στην έρημο στο εξώφυλλο, τον τίτλο δεν τον διέκρινα καλά. Εκείνο που διέκρινα ήταν, όλοι οι λόφοι από ένα ηλιομαυρισμένο θηλυκό, που φυτεύτηκε μπρος στα μάτια μου.
Ήμουν κάτω από μια μικρή σκηνούλα. Ο ήλιος πύρωνε την άμμο και τις άσπρες πετρούλες της παραλίες. Η σκηνούλα μου είχε σκιά δέντρου, σαν πεύκο στην αμμουδιά. Ξαφνικά γέμισε από λάβα ηφαιστείου που έκαψε την Κριτική του καθαρού λόγου, του Εμάνουελ Κάντ, ενός Γερμανού φιλόσοφου που διάβαζα.
Ανάμεσα στις σκέψεις του Καντ μπλέχτηκαν τα μακριά της πόδια, τα ανασήκωνε και έπαιζε με τα ακροδάχτυλα, όπως χτυπάμε με τα χέρια παλαμάκια, αλλά αυτά τα παλαμάκια χτυπούσαν κατευθείαν στην καρδιά μου, που άρχισε να τραντάζεται.
Φορούσα τα γυαλιά που διαβάζω, τα έβγαλα και φόρεσα τα γυαλιά ηλίου. Τεντώθηκα, σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Κι όμως συνέβαιναν όλα.
Θυμήθηκα έναν φίλο που μου έλεγε κάποτε όταν πρωτοαντίκρισε τα στήθια της ερωμένης του, νόμισε ότι ήταν τα Άγια στήθια της Παναγίας.
Οι ρώγες της, στιγμές ακουμπούσαν πάνω στις σελίδες του βιβλίου λες και έκλεβαν όλα τα φωνήεντα των λέξεων. Α, Ε, Η, Ι, Ο, Υ, Ω. Τα έβλεπα που ξανάπεφταν σαν σταγόνες αλμύρας πάνω στο βιβλίο ξανά. Τα χείλη της ανοιγόκλειναν ανεπαίσθητα, χείλη κόκκινα σαν κεράσια, μεγάλα χείλη σαν φλόγες φωτιάς.
Δεκαπενταύγουστος. Στην εκκλησία του χωριού η Παναγία γιορτάζει. Μπαίνοντας μέσα παιδί ακόμα γέμιζα φόβο μη πάω στην κόλαση. Πάνω στην ίδια εικόνα ο παράδεισος και η κόλαση. Δεντράκια και πεταλούδες απ’ τη μια, φλόγες που πυρακτώνουν τα σώματα απ’ τη άλλη. Ήδη ήμουν στην κόλαση. Όσο κι αν πάλεψα μέχρι τα δώδεκα δεκατρία να είμαι εγκρατής, τα όρια μετά χάθηκαν. Έμεινε ο παιδικός φόβος. Τα βιβλία των Αγίων μαρτύρων που αναγκαστικά διαβάζαμε στο χριστιανικό κέντρο νεότητας παιδιά, πήγαν και αυτά περίπατο στις θεωρίες του Βίλχεμ Ράιχ και του Φρόιντ αργότερα. Που να ήξεραν ότι εμείς πηγαίναμε να παίξουμε μπάσκετ και πίγκ πογκ με τη ζωή. Αυτοί μας μάθαιναν τα Χριστιανόπουλα πάνε με χαρά κι εμείς πηγαίναμε πουλάκια που γινόταν σε λίγο άντρες και τέλειωναν τα παραμύθια.
Φορούσε ένα ψάθινο καπέλο. Μια αρχοντιά την είχε πάνω της. Ακόλαστη και αθώα, άγγελος και πόρνη ταυτόχρονα. Άναψε τσιγάρο. Άναψα κι εγώ.
Το κορμί της, όπως ακούμπαγε στους αγκώνες της, έκανε τέτοια πλαγιά -κοιλάδα με τα βουναλάκια των οπίσθιων λείων ολοστρόγγυλων υψωμάτων, που νόμιζες ότι ήταν ένα ατέλειωτο ταξίδι να το κάνεις με το αργό βήμα των ματιών. Το μικροσκοπικό μπικίνι απορροφούσε όλους τους κραδασμούς στο σημείο που άρχισε η διαδρομή του φαραγγιού. Θυμήθηκα το φαράγγι της Σαμαριάς, ατέλειωτο μια ολόκληρη μέρα να το διαβείς. Και να πέσεις μετά στη θάλασσα να πλυθείς απ’ τον ιδρώτα της περιπέτειας και των αισθήσεων. Τα πόδια της οδηγούσαν στο δρόμο του φεγγαριού, μακάρι έλεγα να μας βρει η νύχτα εδώ. Ήταν ακόμα η τρέλα του μεσημεριού. Και του καλοκαιριού.
Μακάρι να μην έρθει ο Σεπτέμβρης, θα πέσουμε πάλι πάνω στην εποχή του σαράντα με πενήντα. Γερμανοί, εμφύλιος, φυλακές, εξορίες. Καμένα σπίτια απομεινάρια εκείνης της εποχής ξαναζωντανεύουν σαν εφιάλτες μισό αιώνα και μετά.
Όταν έβγαλε τα μαύρα γυαλιά της δυό φωτεινές πράσινες λακουβίτσες έγιναν πάνω στη ξανθή άμμο. Κοίταγα στα ίσια πάνω της. Με κοίταξε κι αυτή. Ήταν η δεύτερη φορά μετά από τόσα χρόνια που είπα Παναγιά μου. Τα μάτια της ενώθηκαν με τα δικά μου. Σχεδόν τυφλώθηκα. Νόμισα ότι έπεσαν τα μαύρα μακριά της μαλλιά πάνω μου, πήγα να διώξω με το χέρι μου και διαπίστωσα ότι είχα κουρευτεί σχεδόν γουλί την προηγούμενη εβδομάδα.
Έκανε αυτή την κίνηση, Τα πήρε με τα μακριά της δάχτυλα, τα χτένισε και τα έριξε πίσω της. Η πλαγιά του κορμιού της γέμισε μαύρα μαλλιά. Εγώ ξαναείδα το φως μου.
Συνήθως την ημέρα της Παναγίας ο κόσμος γιορτάζει την μάνα του, την αδελφή του, την κόρη του, την φίλη του, την γυναίκα του. Κι εγώ Γιόρταζα. Μια άγνωστη Θεά.
Χρόνια πολλά, φώναξα δυνατά , μέσα απ΄ τη σκηνούλα μου.
- Δεν γιορτάζω, μου είπε . Ελένη με λένε. Εσένα;
- Έχεις το όνομα της μάνας μου, είπα. Με λένε Χάρη. Γιορτάζω της Μεγαλόχαρης.
Μείναμε και κοιταζόμασταν, ο ήλιος ρόδιζε τη θάλασσα, μια σταγόνα έρωτα έπεσε πάνω στη σελίδα της. Άλλη μια κυλούσε στο λαιμό μου, είχε ξεκινήσει από ώρα κάτω απ’ τα μάτια μου.
Γυναίκα ακόλαστη και αθώα, άγγελος και πόρνη, η θάλασσα έμοιαζε με το χρώμα λάβας ηφαιστείου. Κι εγώ ο κολασμένος, την μέρα της Παναγίας.
Απέναντι τα απολιθώματα των βράχων, ένας κόσμος μιας άλλης εποχής. Είχε περάσει ένας αιώνας.
Ένας ολόκληρος αιώνας πέρασε, ώσπου είπε πάμε να κολυμπήσουμε.
Κολυμπούσαμε στα βαθιά, με απλωτές κινήσεις, βρέθηκα από κάτω της μια στιγμή, τα νύχια των ποδιών της ήταν βαμμένα κόκκινα, ίδια με τα χείλη της. Το άπειρο τ’ ουρανού δεν χώραγε ξαφνικά κανένα ηθικό νόμο μέσα μου. Καταμεσής της θάλασσας ήπια το πιο βαθύ φιλί του δειλινού. Η Ελένη μεγέθυνε δυό φορές ακόμα το σύμπαν μου. Στη μια ακούμπησα τη θλίψη μου και στην άλλη την επικούρεια ηδονή μου.
Η παραλία είχε αδειάσει, ο ουρανός γέμισε αστέρια, ερχόμαστε από μια σκοτεινή τρύπα και καταλήγουμε σε μια άλλη. Το ενδιάμεσα φως το λέμε ζωή, ανάκατες σκέψεις ερχόταν στο νου μου από παλιά διαβάσματα. Η κριτική του καθαρού λόγου έσβησε.
Μες τη μικρή σκηνούλα μου γίναμε ένα κουβάρι. Ένα κουβάρι από φως.
Στα σκοτάδια των καιρών κάποιο κερί άναψε μέσα μας. Είχα να κοιμηθώ σε σκηνή απ’ τον καιρό των αγανακτισμένων στο Σύνταγμα, μου είπε το πρωί η Ελένη.
Είχα να νοιώσω άντρας απ’ τον καιρό των τσιγγάνων, της είπα. Όταν γύριζα με τα Ό νειρά μου ολόκληρο τον κόσμο.
Όταν άνοιξα το πρωί τη σκηνή, κρέμονταν πάνω στο γερασμένο δέντρο ρώγες από μαύρα σταφύλια. Κάποιος δρομέας έτρεχε κατά μήκος της παραλίας, αφήνοντας τα βήματα του στη βρεγμένη άμμο. Ένας ψαράς ετοίμαζε τα δίχτυα του. Ένα πλοίο ταξίδευε πέρα μακριά . Δυό γλάροι πετούσαν πλάι πλάι απ’ την μια άκρη στην άλλη.
Ο ένας φτερούγισε από μέσα μου.

Ταξιδευτής
14 Αυγούστου 2012

13 Αυγ 2012

Ακούω τη Λάρα

Πάλλονται μέσα μου δυό κόσμοι, ένας του βουνού κι ένας του κάμπου. Ένας της πόλης κι ένας της φύσης. Ένας της ομορφιάς κι ένας της ασχήμιας. Ένας φωτογραφικός κι ένας των λέξεων. Τελικά χιλιάδες κόσμοι πάλλονται μέσα μου. Και άλλα τόσα συναισθήματα. Κι άλλες τόσες σκέψεις.
Αενάως.
Κι εκεί που έλεγα να μείνω στον μουσικό κάμπο των αισθήσεων, αυτό το απόγευμα, άλλη μια Λάρα, ορεινή, θέριεψε πάλι. Πριν λίγο ήταν μπροστά μου, με τα ξανθά μακριά μαλλιά της, με τα καταπράσινα μάτια της, σαν τα Περτουλιώτικα λιβάδια, μ’ ένα χαμόγελο στη γάργαρη φωνή της, πέτρινη βρύση στη διαδρομή να ξεδιψάς, προπαντός με τόση λατρεία για το ορεινό χωριό της. Ένοιωσα λίγος μπροστά στην αγάπη της, για τη δικιά της Ουτοπία.
Μου μιλούσε για τ’ Άγραφα. Σαν να ήταν τα πιο καλογραμμένα κείμενα, που διάβασε στη ζωή της.
Μου μιλούσε για το χωριό της, σαν την μόνη ευτυχία που συνάντησε, στη νοσταλγία της νιότης. Ήταν τόσο όμορφη, όση ώρα μιλούσε για το χωριό της. Σχεδόν την ερωτεύτηκα. Καλοκαίρι. Παρασκευή απόγευμα. Ο κόσμος παίρνει τα βουνά.
Η ίδια διαδρομή μέχρι την Γκρόπα, μετά αυτή στρίβει αριστερά, εγώ συνεχίζω προς Βαθύρευμα. Αυτή σε επτά χιλιόμετρα μετά τη σήραγγα, αντικρίζει το αγαπημένο της Κατούνι. Φαντάζομαι τα μεγάλα μάτια της όταν φωτίζονται, από το πέτρινο σπίτι της. Αυτό το φως, των παιδικών χρόνων.
Ο καθένας μας κουβαλάει μια ρίζα, αυτή τον θρέφει.

Ταξιδευτής
13 Αυγούστου 2012

7 Αυγ 2012

Μακρινές αποστάσεις

Με αποπήρε τ’ όνειρο.  Σαν  μπαλόνι το σώμα μου πηγαινοερχόταν πάνω στα κύματα. Η θάλασσα ήταν ήρεμη, εγώ βυθισμένος στα ηδονικά της σημεία, επέπλεα στην ερωτική της αλμύρα.
Αύγουστος μήνας. Τα μελτέμια.
Όταν μετά από ώρες, βρέθηκα ολομόναχος στην άκρη ενός μελαψού βράχου, κατάλαβα την απόσταση απ’ την απέναντι στεριά. Δηλαδή δεν διέκρινα τίποτα. Μόνο το μπλε της θάλασσας. Και του ουρανού.
Πως βρέθηκα εδώ; 
Ο ήλιος ήταν ακόμα ψηλά, στη δύση. Όταν αφέθηκα, ήταν  την ώρα που χάραζε. Όνειρο στο κύμα.
Μια ολόκληρη μέρα;
Τρία σκούρα σημεία πάνω στο σώμα της, αυτά ήταν που  με μαγνήτισαν στο πέλαγος, δεν εξηγείται αλλιώς. Το τρίγωνο των Βερμούδων. Όλα τα  παράδοξα που άκουγα από μικρός.
Μια μέρα, ένας αιώνας, διάβαζα κάποτε. 
Τώρα δεν είχα άλλη επιλογή, έπρεπε να σκαρφαλώσω τον βράχο. Πιο λείος και απ’ το κορμί της. Πάταγα στα γονατοειδή σημεία του και  δάγκωνα τα ρωγοειδή  μέρη του.  Ανέβαινα ως τη μέση και πάλι γλιστρούσα. Ελαφρά κύματα συνόδευαν κάθε προσπάθεια. Ούτε να σκεφτώ να γυρίσω πίσω. Νύχτωνε.
Ο γέρος και η θάλασσα.  Ακόμα άντεχα.
Είχα πάνω από δυό ώρες που πάλευα να σκαρφαλώσω. Είναι εκείνες οι ώρες που θα ήθελες να είσαι πουλί. Αυτή η εξάρτηση με το πουλί, άνευ νοήματος.  Είχε δίκιο ο Μοράβια όταν έγραφε, να πάψουν αυτές οι σκέψεις και να σκεφτούμε δημιουργικά. Κάπως αλλιώς το έγραφε, αλλά και οι παραφράσεις βολεύουν.
Η θάλασσα ήταν ελαφρώς γαλήνια. Μικροκύματα.
Έψαξα τον βράχο περιμετρικά, ίδια κι απαράλλακτα παντού.  Γύρω στα τέσσερα μέτρα πάνω απ’ τη θάλασσα. Φαροειδής  κατά κάποιο τρόπο, στη κορυφή υπήρχε ένα μικρό άνοιγμα, ίσα ίσα να χωράει όρθιος άνθρωπος. Χωρίς να μουδιάζει.
Εκείνη τη στιγμή της απογοήτευσης ήρθε το μεγάλο ωοειδές κύμα, σαν να με πήρε απ’ το χέρι μ’ ανέβασε στην κορυφή. Ζαλίστηκα στην αρχή, αλλά κατάφερα να ισορροπήσω. Πάτησα καλά και άνοιξα τα χέρια. Σαν ευχαριστώ, σαν νίκη.

Πέρα λαμπύριζε η θάλασσα. Πάνω ο νυχτωμένος ουρανός  γεμάτος αστέρια. Ξεχώριζε ένα. Η  Ελπίδα.

Αύριο είναι μια καινούρια μέρα. Για αποστάσεις μακρινές.

Ταξιδευτής
7 Αυγούστου 2012

Μοσχομύριζε αγιόκλημα

Σπρώχνω την πόρτα, τρίζουν οι γρίλιες της, ξύλινη, βαριά, σαπισμένη. Ανοίγει.
Σκουριασμένο το πόμολο, κάποτε ήταν βαμμένη στο χρώμα του κυπαρισσιού ίσως,  κάποια στίγματα πάνω στο χρώμα της εγκατάλειψης.
Περπατούσαμε στην άκρη του χωριού με την Λίλιθ, την ίδια μέρα που φτάσαμε στο χωριό. Όταν βρεθήκαμε μπροστά στο  πέτρινο σπίτι, σταματήσαμε ξαφνικά. Μετά κοιταχτήκαμε.  Μετά η περιέργεια σκαρφάλωσε πιο πολύ κι απ’ την κληματαριά που το σκέπαζε. Μικρό, πέτρινο, ένα στολίδι της ιστορίας που βυθιζόταν μέσα στο δειλινό χρώμα. Μόλις κρυβόταν ό ήλιος πίσω απ’ το βουνό.
Μπήκαμε στην αυλή, πηδώντας πάνω από έναν μικρό πέτρινο αυλόγυρο, χορταριασμένη, η συκιά γεμάτη σύκα. Μια βανιλιά  φορτωμένη μωβ σκούρες βανίλιες.  Έκοψα μία και την  έδωσα  στη Λίλιθ. Διέκρινα τη ηδονή στο πρόσωπό της καθώς τη δάγκωνε.  Μια κατάφορτη αχλαδιά άφησε να πέσει ένα γινωμένο αχλάδι, στο δικό μου κεφάλι. Το έφαγα, μου το πρόσφερε η φύση. Περπατούσαμε γύρω γύρω στο πέτρινο σπίτι. Μες τα χορτάρια σκόρπια παρατημένα δέντρα. Οι βουκαμβίλιες στην πίσω πλευρά, μας έλουσαν  στα χρώματα.  Η θέα έφτανε ως το Αιγαίο. Στη θάλασσα που όρμαγε μέσα μας.
Πως εγκαταλείπεις ένα τέτοιο πέτρινο σπίτι, πως αφήνεις πίσω σου τόση ιστορία; Το μονοπάτι που πάει στη θάλασσα διακρινόταν στην πλαγιά του βουνού, ανάμεσα σε αμπέλια και  ελαιώνες.
Όταν έσπρωξα την πόρτα, ήταν σαν να παραβίαζα τον παράδεισο. Τι κάνεις  εκεί μου είπε η Λίλιθ, εσύ θα πας στην κόλαση, δεν είπαμε;
Πρωτοαντίκρισα μια απλή ξύλινη σκάλα. Κάποιες αράχνες τύλιξαν τα μαλλιά μου, δεν υπήρχε πάτωμα, χώμα και σκουπίδια ανάκατα.
 Ένας μεγάλος χώρος ήταν όλο το ισόγειο, ένας νιπτήρας κι ένας μικρός καθρέφτης στον τοίχο. Ένα μπαούλο κλειδωμένο, ένας πέτρινος γκρεμισμένος νεροχύτης και μια κρεμάστρα σε μια μεριά του τοίχου. Τα δυό παράθυρα κλειστά. Το λίγο φως ερχόταν απ’ την ανοιχτή πόρτα. Βράδιαζε.
Η Λίλιθ με ακολούθησε, με αναμμένο το φακό της.Της είπα να το σβήσει, αρκούσε το φως των ματιών της.
Ποιός έμεινε σ αυτό το σπίτι, ζει, πέθανε, δεν είχε παιδιά, κληρονόμους;
Πήγα κοντά της, μου έπιασε το χέρι. Ήταν δύο χρόνια που ήμασταν μαζί. Παιδί δεν είχαμε. Ήθελε κάποτε να ρθούμε στο χωριό των γονιών της. Κάθε φορά που ερχόμασταν στην Ελλάδα, δεν προλαβαίναμε το χρόνο. Αυτή τη φορά ήταν εσωτερική ανάγκη. Ήθελε να μου μιλήσει για τα παιδικά της χρόνια από κοντά. Τα παιδικά της καλοκαίρια.
Ήταν απόλυτη ησυχία. Μόνο ο ήχος απ’ το φιλί μας ακούστηκε. Και μετά βήματα στο πάνω πάτωμα. Ανατριχιάσαμε και οι δυό. Η Λίλιθ δέθηκε πάνω μου. Ποντίκια της είπα, να την καθησυχάσω.
Ανεβήκαμε τη σκάλα. Πάνω στη σκόνη φαινόταν τα πατήματα μας. Δεν υπήρχε άνθρωπος εκεί μέσα. Δεν υπήρχαν ίχνη. Ένα τρέμουλο υπήρχε όμως. Ερωτικό είπα.
Ένα μικρό χολ και δυό δωμάτια. Η μία πόρτα κλειδωμένη. Η άλλη άνοιξε με το πρώτο άγγιγμα.
Βρεθήκαμε μπροστά σ’ ένα πεντακάθαρο δωμάτιο, στον τοίχο ήταν αναμμένη μια λάμπα πετρελαίου, στη μέση ένα κρεβάτι. Πάνω ένα ζευγάρι διπλωμένα άσπρα σεντόνια. Μοσχομύριζε αγιόκλημα.
………………………..
Το άλλο πρωί, το παράθυρο αγνάντευε τη θάλασσα. Ήταν πρωί τ’ Αυγούστου.

Ταξιδευτής
7 Αυγούστου 2012


6 Αυγ 2012

Μικρές εκπλήξεις

Ατέλειωτες ομπρέλες στις στοιβαγμένες λαϊκές παραλίες, ένα συνεχές βουητό των μπάμπα μπούμπα και της οικογενειοκρατίας, γιαγιά, παππούς μαμά μπαμπάς και πιτσιρίκια. Λουκουμάδες, γυαλιά ηλίου, τατουάζ, μασάζ, βραχιόλια, φορέματα και ότι φαντασθεί ο νους σας, μεγάλα και μικρά καλάθια. Τσίκνα παντού στο κάμπινγκ, κάποιοι κουβάλησαν μαζί τους όλο τον χειμώνα, η τηλεόραση κολλητό αξεσουάρ. Αυτοκίνητα, μηχανές, κορναρίσματα, φωνές.
Όχι δεν ήμουν στο βουνό χτες, στη θάλασσα ήμουν. Απ' αυτές τις κοντινές,  που σε κάνουν ν' αναζητήσεις την δροσερή ηρεμία του βουνού. Κάτω από έναν έλατο, πάνω στο γρασίδι, δίπλα στο κρυστάλλινο νερό  της πηγής. Μ' ένα βιβλίο και τις σκέψεις σου. Γι’ αυτό και η φωτογραφία.
Είναι απίστευτος αυτός ο μήνας, που όλοι θέλουμε να στριμωχτούμε και να μας στριμώξουν. Και ο ιδρώτας να στάζει, οι επαγγελματίες του τουρισμού να ρεφάρουν για όλη τη χρονιά, κι εμείς να φεύγουμε από μια πόλη να πάμε σε μια άλλη, πιο πυκνοκατοικημένη,
Πάνω από τη σκηνή ήταν μια συκιά, γεμάτη σύκα του Αυγούστου, δυό πλατάνια και ξαφνικά μια νυφίτσα έκοβε βόλτες. Μικρές εκπλήξεις.
Η μεγάλη έκπληξη είναι ο Παλιός Παντελεήμονας. Πέτρινος, αγναντεύει  σαν από αεροπλάνο την βουή των ανθρώπων, χωρίς να την ακούει. Ο δρόμος με τις καστανιές  σε πάει μόνος του ψηλά. Από εκεί που πετάν και οι άνθρωποι. Με μια ανάσα βρίσκεσαι στο Πέτρινο της γιαγιάς, που τα γκαρσόνια γεμίζουν τις κανάτες με παγωμένο νερό απ’ τη βρύση. Ιδιαίτερο ταβερνάκι, απ’ τα παλιά, σ’ ένα ξεχωριστό χωριό.
Ήθελα να ανέβω στον Όλυμπο χτες. Τελικά με κράτησε για άλλους λόγους η θάλασσα. Ευτυχώς διάβασα, κολύμπησα και μαζικοποιήθηκα.
 Γιατί μόνο ένα ανάλογο μαζικό κίνημα από Σεπτέμβρη, θα  μας ζεστάνει τον χειμώνα. Αλλιώς θα γίνουμε παγάνθρωποι.
Μη κοιτάτε το καλοκαίρι που ζεματάει ο ήλιος και βουτάμε στη θάλασσα ή χανόμαστε στο δάσος…

Ταξιδευτής
6 Αυγούστου 2012

2 Αυγ 2012

Κύριο μενού: Σαμαροβενιζελοφωτιάδα

Μια ματιά στη πρώτη σελίδα του φεις, θα μας πείσει για την ατέλειωτη βαρεμάρα του καλοκαιριού. Ατέλειωτες φωτογραφίες, σωρεία τραγουδιών, ελάχιστος λόγος, και η εύκολη λύση της αντιγραφής. Κάποιοι λίγοι επιμένουν στον πολιτικό λόγο, συνήθως οι (αυτό)-(από-)καλούμενοι αριστεροί. Οι δεξιοί- πασόκοι- και φώτηδες καμαρώνουν τις επιλογές τους.
Μια απορία πάντως την έχω σχετικά με τους πασοκοδεξιούς. Ποτέ δεν εκφράζονται πολιτικά. Πώς να εκτεθείς; Σώπα μη μιλάς, βολεύει! Όσο σκέφτομαι, ότι αυτοί οι άνθρωποι επιβράβευσαν  την "ευημερία" που ζει σήμερα η χώρα μας, τους δικαιολογώ. Φαντάζομαι ευημερούν και αυτοί μαζί τους. Δεν εξηγείται αλλιώς, -ότι δεν μπόρεσαν να αρνηθούν αυτούς που την οδήγησαν εδώ. 
 Είμαστε 50 μέρες μετά τις εκλογές και είναι σαν να είναι 50 μέρες πριν. Πιο ξεπουλημένοι βέβαια. Γιατί θέλει και το ξεπούλημα το χρόνο του.Ίσως φταίει το καλοκαίρι. Από Σεπτέμβρη θα πάρουν μπροστά οι μηχανές και των τροικανών και οι δικές μας.
Τρόικα απ’ έξω, τρόικα από μέσα και το ηφαίστειο της σιωπής, έτοιμο να εκραγεί.
Ο Σύριζα ήταν ιστορική αναγκαιότητα, λέγαμε πριν τις εκλογές, όχι γιατί είχε τις λύσεις στο τσεπάκι, αλλά απ’ το να έχεις την Σαμαροβενιζελοφωτιάδα της διαπλοκής στον κόρφο σου… απ’ την κακή την ξέρα, καλό είναι και το χαλάζι, λέει ο λαός.
Ακούς και τις θεωρίες, ότι θέλουν να μας κάνουν Ινδοκίνα ή Βουλγαρία και λες ποιοι;
Καλές οι θεωρίες συνομωσιολογίας, αλλά εμείς δεν είμαστε πουθενά;  Μα το  μεγαλύτερο κομμάτι του λαού αυτό διάλεξε;  Το καπελάκι της τραπεζοκρατίας του κρατάει σκιά. Υπάρχει ζωή στην Ελλάδα χωρίς παγκοσμιοποίηση, χωρίς πολυεθνικές, χωρίς συνομωσία; Μα τι λέτε τώρα;
Έτσι οι συγγραφείς κοιτάν να πουλήσουν κανένα βιβλίο, η μισή Ελλάδα γράφει ποιήματα, οι δημοσιογράφοι να προωθήσουν τα αφεντικά τους, οι νοικοκυρές τα φαγητά τους και οι θρησκευόμενοι την Δευτέρα Παρουσία...
Αύγουστος είναι, θα περάσει….
Καλύτερα να μην περάσει, η κόλαση του Σεπτέμβρη είναι κοντά.
Και ήταν πάντα τόσο γλυκός μήνας ο Σεπτέμβρης.

Ταξιδευτής
2 Αυγούστου 2012

1 Αυγ 2012

Πως αλλιώς, θα έβλεπαν τον έρωτα;

Όταν έρχομαι το πρωί, κάτι βρίσκω από Σένα. Της νύχτας σταλακτίτες. Του έρωτα και της επ- ανάστασης μέσα μας.
Σήμερα βρήκα ολόκληρο τον Αύγουστο. Τον Ελληνικό Αύγουστο, αυτόν που αγαπάμε. Παραμερίζεις αθόρυβα την ασχήμια του κόσμου, διαλέγεις τα πολύχρωμα πετραδάκια. Εσύ δεν το καταλαβαίνεις πως κτίζεται έτσι ένα σπιτάκι δίπλα στο απέραντο γαλάζιο, είτε του Ουρανού, είτε της Θάλασσας. Εσύ δεν το καταλαβαίνεις, όταν ξεδιπλώνεις την ανεμόσκαλα, αέρινη μορφή, Σ' ακολουθούν αγγέλοι. Έτσι η ψυχή φτερουγίζει, έτσι απομένουν πίσω τα ελάχιστα καθημερινά, κουρδισμένων ρολογιών που ανακυκλώνουν τον χρόνο. Κλεψύδρα ο χρόνος, κάποτε όταν τελειώσει, θα θυμάται μόνο τα χρώματα που σκόρπισε στις ζωές των ανθρώπων.
Ένα μαγιό κι ένα χαμόγελο θέλει το καλοκαίρι. Και μια μεγάλη καρδιά, ίσα με το Αιγαίο. Και μια απλοχεριά, ίσα με την Πίνδο.
Είχαν από πάντα ανάγκη οι άνθρωποι τους Θεούς. Και τους έπλαθαν Μέσα τους. Ο Δίας στον Όλυμπο και ο Ποσειδώνας στη θάλασσα. Την Αθηνά της σοφίας και των τεχνών  και την Αφροδίτη της ομορφιάς και του έρωτα. Αγγελιοφόρος ο Ερμής  προστάτης των ταξιδιωτών, εκείνων των σκέψεων που συνθλίβουν τον θάνατο, χαρίζοντας στη ζωή τον Διόνυσο, του κρασιού και των απολαύσεων.
Τόσοι και τόσοι  έδωσαν τροφή στον Αισχύλο, τόσοι και τόσοι είπαν ότι η ζωή είναι μια τραγωδία. Θα ήταν, αν δεν ήταν ο έρωτας αντίδοτο του θανάτου.
Δυό άδειες καρέκλες κι ένα αδειανό τραπέζι. Ανοιχτή πρόσκληση ελευθερίας, μπροστά στην αιωνιότητα. Βάλτε πάνω στο τραπέζι ότι θέλετε. Αύγουστος είναι.
Δυό κοχύλια απ’ το Αιγαίο, μια άσπρη πετρούλα απ’ τον Ασπροπόταμο, θυμάρι απ’ την  Κεφαλονιά, μια πεταλούδα απ’ τη Ρόδο, τη νύχτα με τ ’αστέρια της Ικαρίας, τους εγκρεμνούς  από τη Λευκάδα, δυό ποτήρια κρασί από τη Νάξο. Τέλος πάντων βάλτε ότι θέλετε, μακριά από τα ερπετά που κυκλώνουν ασφυκτικά τις ζωές μας. Σαν να μην έρθει ποτέ ο Σεπτέμβρης, σαν να μην υπάρχει η κόλαση, σαν να μην υπάρχει καν ο θάνατος.
Αύγουστος είναι. Ερωτικό απόδειπνο και νύχτες του φεγγαριού. Δυό άδειες καρέκλες μας περιμένουν να παίξουν παιχνίδια με την άμμο και το μυαλό μας. Η θάλασσα είναι πιότερο Άγιος Έρωτας, από κάθε τεχνητή αγιοσύνη.
Πόσα μάτια δεν ταξίδεψε, στην ομορφιά του απέραντου γαλάζιου;
Πως αλλιώς, θα έβλεπαν τον έρωτα;

Ταξιδευτής
1 Αυγούστου 2012